Από τις εξετάσεις στις δεξιότητες του αύριο

Ημερομηνία: 01.08.2026

|

Αρθρογράφος: Κυριάκος Χριστοδουλίδης

Δεν αρκεί να συζητούμε γενικά για «δεξιότητες του μέλλοντος». Πρέπει να τις φέρουμε μέσα στην καθημερινή λειτουργία του σχολείου.

Ως φοιτητής, όταν κοιτάζω σήμερα πίσω στα χρόνια του Λυκείου, θεωρώ ότι υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο συζητούμε λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε: κατά πόσο το σχολείο προετοιμάζει πραγματικά τους νέους για όσα ακολουθούν μετά την αποφοίτησή τους.

Δεν αναφέρομαι μόνο στις Παγκύπριες Εξετάσεις ή στην εισδοχή σε ένα πανεπιστήμιο. Αναφέρομαι στην πρώτη επαφή ενός νέου με τις πραγματικές απαιτήσεις της πανεπιστημιακής ζωής: με την αυτοτελή μελέτη, τις εργασίες, την έρευνα, τη συνεργασία και, αργότερα, με την ίδια την αγορά εργασίας.

Στο σχολείο, μεγάλο μέρος της προσπάθειας επικεντρώνεται στην ύλη, στους βαθμούς και στην επιτυχία στις εξετάσεις. Ο μαθητής μαθαίνει να καλύπτει κεφάλαια, να προετοιμάζεται για διαγωνίσματα και να ανταποκρίνεται σε ένα συγκεκριμένο εξεταστικό πλαίσιο. Αυτά έχουν ασφαλώς σημασία. Δεν αρκούν όμως.

Η εμπειρία στο πανεπιστήμιο είναι διαφορετική. Ο φοιτητής καλείται να οργανώνει μόνος τον χρόνο του, να μελετά χωρίς τη συνεχή καθοδήγηση της τάξης, να αναζητά και να αξιολογεί πηγές, να γράφει εργασίες και να παρουσιάζει τις απόψεις του. Σε αρκετά μαθήματα χρειάζεται να συνεργάζεται με άλλους φοιτητές, να μοιράζεται ευθύνες και να βρίσκει λύσεις σε προβλήματα που δεν έχουν πάντοτε μία προφανή απάντηση.

Για αρκετούς νέους, η μετάβαση αυτή είναι απότομη. Όχι επειδή δεν έχουν δυνατότητες ή διάθεση να προσπαθήσουν, αλλά επειδή δεξιότητες όπως η αυτοτελής μελέτη, η έρευνα, η τεκμηρίωση μιας άποψης, η ομαδική εργασία και η σωστή παρουσίαση ιδεών δεν καλλιεργούνται πάντα με συστηματικό τρόπο στο σχολείο. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί πρωτοετείς να χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν σε μια πραγματικότητα που θα έπρεπε να τους είναι πιο οικεία.

Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται και στην αγορά εργασίας. Οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί δεν αναζητούν απλώς ανθρώπους με καλούς βαθμούς ή με ικανότητα αποστήθισης. Αναζητούν νέους που μπορούν να σκέφτονται κριτικά, να επικοινωνούν αποτελεσματικά, να συνεργάζονται, να αναλύουν δεδομένα, να επιλύουν προβλήματα και να προσαρμόζονται σε νέα δεδομένα.

Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση και η πράσινη μετάβαση αλλάζουν επαγγέλματα και δημιουργούν νέες ανάγκες, η Πολιτεία δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την εκπαίδευση με λογικές προηγούμενων δεκαετιών. Δεν αρκεί να συζητούμε γενικά για «δεξιότητες του μέλλοντος». Πρέπει να τις φέρουμε μέσα στην καθημερινή λειτουργία του σχολείου.

Τα στοιχεία για την Κύπρο δείχνουν ότι η πρόκληση είναι πραγματική. Σύμφωνα με στοιχεία του Cedefop, περίπου τέσσερις στους δέκα αποφοίτους δηλώνουν ότι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης από εκείνο που απαιτεί η εργασία τους, ενώ περίπου ένας στους πέντε εργάζεται σε πεδίο που δεν συνδέεται άμεσα με τις σπουδές του. Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν ότι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν έχει αξία. Δείχνουν όμως ότι υπάρχει ένα ουσιαστικό κενό ανάμεσα σε όσα μαθαίνουν οι νέοι, στις δεξιότητες που αξιοποιούνται στην εργασία και στις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.

Την ίδια ώρα, οι προβλέψεις του Cedefop για την κυπριακή αγορά εργασίας μέχρι το 2035 δείχνουν ότι το 61% των συνολικών ανοιγμάτων θέσεων εργασίας θα απαιτεί προσόντα υψηλού επιπέδου. Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλώς να στέλνουμε περισσότερους νέους στο πανεπιστήμιο. Είναι να τους προετοιμάζουμε καλύτερα, ώστε οι γνώσεις και οι δεξιότητές τους να συνδέονται ουσιαστικά με τις σπουδές, την εργασία και τις προκλήσεις του αύριο.

Χρειαζόμαστε περισσότερο χώρο για ομαδικές εργασίες, παρουσιάσεις, έρευνα, επίλυση πραγματικών προβλημάτων και υπεύθυνη χρήση ψηφιακών εργαλείων. Χρειαζόμαστε επίσης πιο ουσιαστικό επαγγελματικό προσανατολισμό. Δεν είναι λογικό να ζητούμε από έναν δεκαεπτάχρονο να αποφασίσει την πορεία του χωρίς να έχει πραγματική εικόνα για τις σπουδές, τα επαγγέλματα και τις δεξιότητες που απαιτούνται.

Αυτό προϋποθέτει σταθερή συνεργασία σχολείων, πανεπιστημίων, επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και επαγγελματικών φορέων. Προϋποθέτει, όμως, και στήριξη των εκπαιδευτικών με χρόνο, επιμόρφωση και τα κατάλληλα εργαλεία. Δεν μπορούμε να ζητούμε από το σχολείο να αλλάξει, χωρίς να δώσουμε στους ανθρώπους που το κρατούν όρθιο τα μέσα για να πετύχουν αυτή την αλλαγή.

Η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται μόνο στους μαθητές ή στις οικογένειες. Είναι ευθύνη της Πολιτείας να διαμορφώσει ένα σχολείο που να δίνει ίσες ευκαιρίες και ουσιαστικά εφόδια σε όλους.

Βεβαίως, το σχολείο δεν πρέπει να μετατραπεί σε στενή επαγγελματική κατάρτιση. Ο ρόλος του είναι ευρύτερος: να διαμορφώνει ενεργούς πολίτες με παιδεία, κρίση, αξίες και κοινωνική συνείδηση. Η γενική παιδεία, όμως, δεν συγκρούεται με την προετοιμασία για το μέλλον. Αντίθετα, ένα σύγχρονο σχολείο οφείλει να συνδυάζει και τα δύο.

Η επιτυχία της εκπαίδευσης δεν πρέπει να μετριέται μόνο από το πόσοι μαθητές περνούν σε ένα πανεπιστήμιο. Πρέπει να μετριέται και από το κατά πόσο οι νέοι αποφοιτούν έτοιμοι να δημιουργήσουν, να συνεργαστούν, να προσαρμοστούν και να διεκδικήσουν το μέλλον τους. Αυτό είναι το στοίχημα μιας σύγχρονης εκπαιδευτικής πολιτικής: ένα σχολείο που δεν προετοιμάζει απλώς για την επόμενη εξέταση, αλλά για την επόμενη ημέρα.

https://ink.com/articles/641335/exetaseis-dexiotites-ayrio

Κοινοποίηση:

Τελευταίες Αρθρογραφίες